κατάχρυσος

-η, -ο (Α κατάχρυσος, -ον)
1. καλυμμένος ή στολισμένος με χρυσό, επίχρυσος, χρυσοστόλιστος, χρυσοποίκιλτος
2. αυτός που έχει πολλές καλές ιδιότητες, πολλά προτερήματα, αξιαγάπητος
νεοελλ.
αυτός που έχει κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου από χρυσό, ολόχρυσος
αρχ.
1. ο πλούσιος σε χρυσό, αυτός που περιέχει πολύ χρυσό, χρυσοφόρος («κατάχρυσος ψάμμος», Πολυδ.)
2. μτφ. ο επιφανειακά μόνο χρυσός, κίβδηλος, κάλπικος.
επίρρ...
καταχρύσως (Α)
προσποιητά, επιτηδευμένα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κατάχρυσος — κατάχρῡσος , κατάχρυσος overlaid with gold leaf masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάχρυσος — η, ο ολόχρυσος, χρυσοστόλιστος: Είχε κατάχρυσα κοσμήματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταχρύσως — καταχρύ̱σως , κατάχρυσος overlaid with gold leaf adverbial καταχρύ̱σως , κατάχρυσος overlaid with gold leaf masc/fem acc pl (doric) καταχρυσόω cover with gold leaf imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) καταχρύ̱σως , καταχρυσόω cover with gold leaf …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάχρυσον — κατάχρῡσον , κατάχρυσος overlaid with gold leaf masc/fem acc sg κατάχρῡσον , κατάχρυσος overlaid with gold leaf neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχρυσώ — καταχρυσῶ, όω (AM, Μ και καταχρυσώνω) [κατάχρυσος] καλύπτω με χρυσό, χρυσοστολίζω, επιχρυσώνω («νηῷ σμικρῷ ξυλίνῳ κατακεχρυσωμένῳ», Ηρόδ.) αρχ. 1. μτφ. λαμπρύνω, κοσμώ («τὴν πόλιν καταχρυσοῡντες καὶ καλλωπίζοντες», Πλούτ.) 2. μτφ. (για πρόσ.)… …   Dictionary of Greek

  • χρυσός — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Au· ανήκει στην πρώτη ομάδα του περιοδικού συστήματος των στοιχείων, δεύτερη υποομάδα, έχει ατομικό αριθμό 79, ατομικό βάρος 197,2 ένα σταθερό ισότοπο και πολλά ραδιενεργά ισότοπα με αριθμό μάζας από 187 έως 189 και από …   Dictionary of Greek

  • καταχρύσοις — καταχρύ̱σοις , κατάχρυσος overlaid with gold leaf masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχρύσους — καταχρύ̱σους , κατάχρυσος overlaid with gold leaf masc/fem acc pl καταχρυσόω cover with gold leaf imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) καταχρύ̱σους , καταχρυσόω cover with gold leaf imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχρύσων — καταχρύ̱σων , κατάχρυσος overlaid with gold leaf masc/fem/neut gen pl καταχρυσόω cover with gold leaf imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) καταχρυσόω cover with gold leaf imperf ind act 1st sg (doric aeolic) καταχρύ̱σων , καταχρυσόω cover with… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάχρυσα — κατάχρῡσα , κατάχρυσος overlaid with gold leaf neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.